Κάποτε το Βιβλιόσπι(ρ)το μιλούσε για κάποια (Σχολική) Βιβλιοθήκη. Αυτό έληξε στις 31/8/2011. Τώρα έχει γίνει προσωπικό και αποτυπώνει σκέψεις για τεκταινόμενα, κοινωνικά φαινόμενα, ανθρώπων δρώμενα, βιβλίων -και εν γένει του εγκεφάλου μου- περιεχόμενα.


Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΕΚΤΕΛΕΣΗ στο ΚΤΕΛ

Μπροστά ήμουν. Το εκτέλεσαν επί τόπου. Μάρτυρες όλοι οι εκδρομείς στο σταθμό λεωφορείων Αττικής-Πελοπονήσου, που πήραν κι αυτοί το κατιτί τους. Όλοι όσοι περίμεναν να ξεκινήσουν για τα χωριά ή τα εξοχικά τους, που είχαν κουραστεί δηλαδή να περιμένουν, γιατί όλες οι γραμμές καθυστερούσαν λόγω κάποιου προβλήματος στην αντεθνική οδό. Ναι, εκείνη που στην αρχή της παρελαύνουν μάντρες, λάστιχα και τσιμούχες.

Περίμεναν λοιπόν να ξεμπλοκάρει η οδός και αναρωτιόντουσαν τι να είχε γίνει πάλι. Με τα πολλά ήρθε ενημέρωση: “Λυπούμαστε αλλά η διέλευση είναι προσωρινά αδύνατη, για τρεις-τέσσερις ώρες τουλάχιστον, λόγω πτώσης βράχων. Σε σχετικά κοντινή απόσταση, όλο το πλάτος του οδοστρώματος έχει καλυφθεί και τα συνεργεία καταβάλλουν τιτάνιες προσπάθειες να τους απομακρύνουν”. Είχε βρέξει βράχους! Δεν είχαν να κάνουν με πέτρες, με μια απλή κατολίσθηση. Η εβδομάδα των Παθών κυλούσε τιμώντας το όνομά της. Αναστέναξαν και οπλίστηκαν με υπομονή. Τα λεπτά περνούσαν, έγιναν ώρα, η υπομονή τελείωνε, άρχιζε η πείνα.

Ιδιαίτερα τα οκτώ μέλη της οικογένειας που το κουβαλούσαν σε ένα μεγάλο καλάθι, δεν άντεχαν άλλο. Είχαν βαρεθεί να το κουράρουν και να το κουρεύουν, χρόνος έμπαινε, χρόνος έβγαινε. Ο πάτερ φαμίλιας μάλιστα, τού είχε και αδυναμία. Το είχε βαφτίσει "Αμνούλα". Όπως και την εγγονή του, με μια αλλαγή στο δεύτερο γράμμα. Από μικρό το τάιζε με μπιμπερό και αργότερα εκείνο τον ακολουθούσε στα χωράφια μπεμπεκίζοντας και χοροπηδώντας. Αλλά δεν πήγαινε άλλο. Είχαν αποφασίσει ότι φέτος θα το σούβλιζαν στην αυλή της Εύης στο Αυλάκι Άνω Φουμαριάς.

Καλή παρέα μάς έκανε, είπαν, ας πέσει τώρα κι αυτό υπέρ πατρίδος. Γιατί η πατρίδα περνάει δύσκολα κι εμείς μαζί. Πατριώτες και μη. Δεν είμαστε για ν' αγοράζουμε αρνί, όλοι αρνούνται να μας δανείσουν. Πώς θα κάνουμε Κυριακή του Πάσχα τόσοι Πάσχοντες συγγενείς, όλοι οι άντρες της οικογένειας έχουν αφήσει γένια για οικονομία στα ξυραφάκια.

Ας πάει κι αυτό σαν την Ιφιγένεια. Όσο και να βελάζει έξω στ' αγιάζι, στο τέλος θα σωπάσει και θ' αγιάσει. Κι εμείς θυσιαστήκαμε για την Πατρίδα. Μειώσαμε την καθημερινή μερίδα. Κόψαμε Κυριακές την εφημερίδα, κόψαμε τις εφήμερες απολαύσεις, κόψαμε τα κοψίδια κι είμαστε μια απ' τα ίδια. Όπως και πέρσι δηλαδή. Καμία βελτίωση. Πέρσι αρνί δε φάγαμε. Αρνηθήκαμε να το πληρώσουμε, κι αυτό και το χαράτσι στο ακίνητο που από τότε δεν το 'χουμε ούτε κι εκείνο, το πουλήσαμε και μένουμε σε κινητό. Σε τροχόσπιτο δηλαδή, οχτώ νοματαίοι σε τροχιά γύρω απ' την Αττική. Το παρκάρουμε σε άδεια πάρκα και δουλεύουμε οι περισσότεροι σαν παρκαδόροι στις μεγάλες πίτσες της παραλίας. Μας χορεύουν οι εργοδότες κι οι τράπεζες στο ταψί κι εμείς έχουμε χάσει τα ταψιά και τα πασχάλια. Ένα Πάσχα της προκοπής να μην κάνουμε; Αφού δεν προκόβουμε ως έθνος; Να προκάνουμε τουλάχιστον να χαρούμε ένα τελευταίο αρνάκι. Πριν μάς καρφώσουν κι εμάς με πρόκες στο σταυρό του μαρτυρίου οι ρουφιάνοι ηγέτες που ρουφάνε μίζες και ξερνάνε χρέη. Εμείς τι χρωστάμε; Τι φάγαμε; Αν μετράνε τα κοψίδια, ναι, φάγαμε μπόλικα στο παρελθόν, αλλά τώρα κομμένα. Κι εκείνα και τα ψέματα.

Όμως η Κυριακή ήταν δυο μέρες μακριά. Ο εκνευρισμός της αναμονής, οι διαμαρτυρίες των στομαχιών, άλλαξαν κάπως τα σχέδια. Το πήραν απόφαση: Εδώ και τώρα. Το ανακοίνωσαν στους συνταξιδιώτες και τους υπαλλήλους του σταθμού και έπραξαν τα δέοντα. Αφού κέρασαν και τους άλλους στο ΚΤΕΛ από το εκτελεσμένο αρνί, τσούγκρισαν στη μνήμη του κι έδωσαν ραντεβού σε 40 μέρες για το μνημόσυνό του. Στο μνημόσυνο, ο Δήμος -ο γιος του προέδρου της Άνω Φουμαριάς- θα έβγαζε λόγο υπέρ βωμών, βρωμών και φούμαρων. Φουμάρανε κι ένα τελευταίο τσιγαράκι, μιας και από βδομάδα η τιμή του πακέτου θα ανέβαινε πάλι άτιμα και δημοκρατικά. Ήπιαν και αρκετά ποτηράκια, και μπήκαν όλο το σόι στο πούλμαν για την Άνω Φουμαριά, παραζαλισμένοι και χορτάτοι. Έπιασαν να τραγουδάνε σχολικά τραγουδάκια. Οι βράχοι είχαν απομακρυνθεί, η εκτέλεση είχε ξεχαστεί, το ΚΤΕΛ είχε ησυχάσει. Πήραν το δρόμο για την επαρχία, μακριά από την πρωτεύουσα των Παθών και τους πρωταγωνιστές τής πολύχρονης εθνικής Πάθησης. Πλησίαζαν και εκλογές. Φώναξαν πάλι Χρόνια Πολλά και Καλή Ανάσταση.

©ΤΖΑΜκαιΚΑΤω

2012;;