Η θητεία στη βιβλιοθήκη έληξε στις 31/8/2011. Η αγάπη και το ενδιαφέρον δεν έχουν ημερομηνία λήξης.


Σκόρπιες Σκέψεις και Συσκέψεις μετά του εαυτού μου

Εδώ,
θα γράφω ό,τι μου κατέβει και ό,τι μου ανέβει επίσης, γιατί καμμιά φορά οι ιδέες ανεβαίνουν κι από κάτω προς τα πάνω, επίσης θα γράφω λίστες ποικίλου περιεχομένου, κάθετες και οριζόντιες, εξυπνάδες ρηχές ή βαθειές, πράγματα πεζά, αλλά και εποχούμενα, της εποχής δηλαδή, καβαλημένα. Θα γράφω τι έφαγα και τι έκανα και θα γράφω σχέδια για το μέλλον και το παρελθόν, μεγαλεπήβολα και προσγειωμένα, θα γράφω μπούρδες, αρλούμπες, σατιρικές και σπαστικές -μια δουλειά που την ξέρω καλά-, θα γράφω τι είδα, τι άκουσα, τι διάβασα, τι θέλω να δω, ν' ακούσω, να διαβάσω, αλλά και τι θέλω να πω, γιατι συχνά το ξεχνάω.
(ΤΖΑΜΚΑΤ)

Να θυμηθώ...

να ευχαριστήσω τον Δ.
να δυσαρεστήσω τη γ. 
να τηλεφωνήσω στον α.
να μη ξαναμιλήσω στον ε.
να ευγνωμονήσω την β.
να σημειώσω το χ.
να ευχηθώ στην ψ.
να υπενθυμίσω το α. στον ω. 
να φροντίσω τον μ.
να πιω νερό
να μην καταπιώ το π.
να διαμαρτυρηθώ για το ζ.
να πω "μπράβο" στον θ. ,
για το κ. και επίσης που μου θύμισε το ν.



Μνημόνευση Μνημόνιου. Νοέμβριος 2013.
Ετούτο το μνημόνιο, υπέρμετρα δαιμόνιο,
προκάλεσε μεγάλο πανδαιμόνιο.
Να πιω, ως νεοέλληνας, το κώνειο;
Ή μήπως να τ αφήσω στον αιώνα τον αιώνιο; 

Δαμάζεται η βλακεία, η αηδία, η αμνησία;
Υπάρχει γιατρικό για την ασυδοσία;
Θα κάναμε πιστεύετε μεγάλη ανοησία;
αν φέρναμε για σύμβουλους τη Στάζι ή τη Σία;

Nα πιάσουμε τα όργανα; τα γλέντια; Τίποτε άσματα;
μπας κι έτσι καλοπιάσουμε του χάρου τα περάσματα;
Ο χρόνος (πανδαμάτωρ;) τη δαμάζει τη διχόνοια;
ο σβέρκος μας θα ισιώσει με τα χρόνια;

Από δω παν κι άλλοι
(Νοέμβριος 2013 επίσης, συνέχεια του προηγουμένου επίσης)
Άλλος για Βόννη τράβηξε
άλλος για Βερολίνο
άλλος στα τσίπ’ρα το ‘ριξε
παίζοντας μαντολίνο

Άλλοι μπαλκόνια πήδηξαν
άλλοι τις καμαριέρες
άλλοι από μούτζα χόρτασαν
άλλοι από ζαρντινιέρες

άλλος γκαρσόνι έγινε
έτερος, τοκογλύφος
κάποιος τους γύρω του έφτυνε
κι άλλος πουλούσε ύφος

Άλλος βαρυστομάχιαζε
άλλος λιμοκτονούσε
άλλος σε σουΐτες πλάγιαζε
άλλος ευελπιστούσε

Άλλος το βλάκα έκανε
άλλος τον πατριώτη
κι όλους μαζί τούς ξέκανε
η ευγενής Ευρώπη.


Κάποια άτομα…
Υπάρχουν κάποια άτομα που …οπωσδήποτε
δεν έχουν τελικά να σου προσφέρουν τίποτε!
Σου λένε κατευθείαν τα δικά τους, λες κι είναι επείγοντα, σπουδαία
και δεν περνάει απ το μυαλό τους να ρωτήσουνε «Τι νέα;»

Είναι συνήθως κολλημένα σε δυό τρία θέματα
και δεν αντιλαμβάνονται τα μπουχτισμένα νεύματα.
Ακούνε μόνο την ηχώ απ’ τη φωνή τους
κι εσύ δε βλέπεις ότι  φθείρεσαι μαζί τους.

Κλεισμένα σ’ έναν κόσμο από αμετάβλητες εικόνες
σε βλέπουν μυωπικά, σε φυλακίζουν σε κανόνες.
Δε χαμπαριάζουν από σύνολα, συνθέσεις και αποχρώσεις
και ενώ σου έρχεται πολλές φορές να τους τα χώσεις
τους το γυρνάς ευγενικά, με μέτρο και με δόσεις

Όταν εν τέλει παρατήσεις κάθε πρόφαση 
ακούσεις την ψυχή σου και την πάρεις την απόφαση,
πως ΔΕ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙΣ βρε παιδί μου, δεν τα θέλεις  στη ζωή σου,
τότε ανοίγεις νέα σελίδα και ανακαλύπτεις τη  φωνή σου!


Απο την  -ανεκτίμητη-  συλλογή,  "Σαρκαστικά και Σπαστικά":


Α/νόη-τά ρητά Νο 1
Nonsense Verse Νο 1

 Όντως· μου έφυγε ο πόντος
Τώ όντι·­ μου έσπασε το δόντι

 Παρευθείς και κατευθείαν 
πήρα γράμμα από την θείαν

 Καθώς ο παθώς 
ευρέθη ορθός
ησθάνθη ολίγον ίλιγγον
κι ελύγισε βογγών
(άσκηση με μετοχές, επίθετα, κατεστραμμένα αρχαία ρήματα, κ.ά.)
 
Πετρωμένος ο Πέτρος με μένος...
 Τετράκις ο Πετράκης υπήρξεν αυτάρκης.
 
Ο περί ού ο λόγος 
ήτο ουρολόγος

Ο δραστήριος
 Θα πούμε για έναν τύπο αλητήριο
που απέπνεε πολύ μυστήριο
όχι ιδιαίτερα δραστήριο
που όταν δε βαριότανε
έπεφτε και κοιμότανε.

Εξύπναγε για να ξυστεί
να φάει κάτι και να χτενιστεί
να ξεμουδιάσει και να ξεπιαστεί
και όταν δε βαριότανε
για διάφορα συλλογιζότανε

Αν, σπάνια, δεν κοιμόταν
καθόταν λίγο και σκεφτόταν
μα ύστερ’ από λίγο κουραζόταν.
Και όταν δεν βαριότανε
έτρωγε κάτι και ρευότανε.

Και πάντα ονειρευότανε.

                                      ....Καληνύστα. 


Μου αρέσει να γράφω

Άμα δε γράψω, άμα να γράφω πάψω, σαν το κλαράκι θα καώ. Θ’ ανάψω!
Άμα δεν κάτσω επί χάρτου να τα πω, χαρτί και καλαμάρι,
θα βρείτε το κουφάρι μου το αξόδευτο σε πρόποδες χωματερής,
να το τσιμπολογούν μεθοδικά τίποτα γλάροι…

Άμα δεν πιάσω το στυλό κι άμα γραφή δε στέλνω,
κάποιον ή κάτι να επαινώ -ή να διαολοστέλνω-,
θα ροκανίσουν κράτσα-κρούτσα το κεφάλι μου οι σκώληκες
που θα γλεντάνε τη φαιά μου την ουσία με αυλούς και φυσαρμόνικες
-Εν γένει το κρανίο μου το ολόφρεσκο θα γένει σάπιο μήλο
και το λευκό μου δερματάκι σαν το αφρόντιστο το φύλλο.

Άμα δε γράψω, για όνειρα που κυνηγώ, με κυνηγούν,
που θρέφω και με τρέφουν
θα με στοιχειώσουνε για τα καλά
και οι φίλοι θα ‘ρχονται έξω απ’ τ άσυλο με θλίψη να μου γνέφουν

Άμα δε γράψω, για όνειρα που ξενυχτώ μαζί τους,
χωρίζουμε σπαραχτικά,
βρισκόμαστε ξανά, επεισοδιακά,
άμα δε γράψω για τα βάρη, τις στιγμές, τους γκρίζους τόπους
όπου όλοι μας κατά καιρούς βρεθήκαμε,
θα με τυλίξουν φλόγες σάρκας και εικόνες σαρκασμού
και ζήτω που καήκαμε

Άμα δεν πω για την παλιά ατμομηχανή που κρύβει ο εγκέφαλός μου
και φτύνει και βογκάει στις στροφές και ξεροβήχει και μπουκώνει
θ’ ανέβουν κατακόρυφα οι εκπομπές αερίων κι ύστερα ποιος μας σώνει..
θα εκτροχιαστούν βαγόνια, θα πέσει πανικός, θα γίνει πανδαιμόνιο
θα πάρουν μπρος συναγερμοί στην εύφλεκτη του οδηγού την κεφαλή
και αυτός με τρόμο και μεγάλη ταραχή θα εγκαταλείψει το .. τιμόνιο

Άμα δε γράψω με ρυθμό, με ρίμα, με πειθώ ή χύμα, για βάσανα και έρωτες
άμα δε γράψω αράδες, άλλοτε ευφάνταστες, άλλοτε κούφιες και ξενέρωτες,
άμα δε γράψω σ’ έξαρση ποιητική ή νευρική ή σκωπτική,
άμα θα πάψω ν’ αραδιάζω λέξεις χωρίς λόγο και αιτία ή λογική,
θα σας κεράσω καφεδάκι σε τρισάθλια καφετέρια και κηδεία κανονική.

άμα δε γράψω για ότι να’ ναι,
-μην τα πολυλογούμε-
τέσσερις θα με πάνε!

Άμα δε γράψω τι νομίζω για τα γύρω τεκταινόμενα
αν δεν εκφράσω γνώμη και άποψη για όλα τα φαινόμενα
άμα δε γράψω για απορίες, συναισθήματα, για ανθρώπους ή συστήματα,
άμα δεν πω κι εγώ –κι όποιος ακούσει- τα ίσως, τα γιατί και τα διότι μου
αν δε μιλήσω για την ύποπτη απουσία του κεφιού και του φιλότιμου
σα βόμβα ωρολογιακή θα εκραγώ μπροστά στα σαστισμένα μάτια σας
και θα με λέτε αργότερα φιγούρα τραγική ενώ θα διαρρηγνύετε τα …ιμάτια σας.

Γι αυτό και γράφω, κι αν με γράφετε, θα γράφω ότι με γράφετε
και αν δε διαβάζετε όσα γράφω με τη σειρά μου θα σας γράφω
κι όλα γραμμένα θα ‘ναι, όλα καταγραμμένα
δε θα με κάνετε ό,τι θέλετε εσείς εμένα!
(Όχι, αυτό το τελευταίο διαγράψτε το
Σας έχω ανάγκη. Κάψτε το).
Γλυκύτατοί μου αναγνώστες, αλλάζω αμέσως τόνο
για μένα η γραφή, -αν δεν το ξεκαθάρισα-, είναι και οξυγόνο.
Δείξτε μου κατανόηση, τι σας ζητώ; στοργή και θαλπωρή και ανοχή και επιείκεια.
Δε θέλω δάφνες, ούτε εγκώμια, ούτε διθύραμβους, ούτε επινίκια.
Μόνο διαβάστε με, πέφτω στα γόνατα, ικετεύω, εκλιπαρώ,
είμαι λαθρογραφέας, άγνωστος, είμαι ένα τίποτα, ένα ανήμπορο μωρό
Ακούστε το σπαραχτικό λυγμό μου.
Να μαραζώσω θέλετε απ’ τον καημό μου;;

Δεν έχετε καρδιά εσείς, δεν έχετε έλεος, σπλάχνα,
αίσθημα ανώτερο, δικαίου;
τι θέλετε, να γίνει φύλλο και φτερό η γραφή μου, ο αέρας να την πάρει,
να πέσει στην αυλή τη βρώμικη του οποιουδήποτε τυχαίου;;

Άμα δε γράφω για την τέρψη τη δική μου ή της παρέας
θα με διαβάσει τελικά φιλαναγνώστης ιερέας.

Άμα δε γράφω, το ‘παμε, να μην το ξαναλέμε
να μην πλατειάζουμε, μην το κουράζουμε
και μας πετάξουν στα αζήτητα θέμε δε θέμε
άμα δε γράφω για τα αλλόκοτα, τα αστεία, τα παράξενα
τα άλυτα, τα φωτεινά, τα οικεία και τα ξένα
θα με θρηνείτε πρόωρα, τον Άσο στο Μανίκι σας, Εμένα!

Εμένα που με βλέπετε, -παρντόν, που με διαβάζετε-
θα ‘ρθει μια μέρα που πολύ θα με δοξάζετε
γι αυτό προφτάστε να με αναγνωρίσετε εγκαίρως
προτού με πάρουνε και με σηκώσουν άγγελοι απ’ αυτό το μέρος

Μόνο αυτά είχα να πω κι αποχωρώ
και ό,τι θέλετε προσάψτε μου
κι άμα με ξαναδείτε, γράψτε μου.


Καταπελτές
(Άσκηση στις προθέσεις, με πρόθεση (;;) την ταλαιπωρία του αναγνωστικού κοινού...)

Το κατάλαβα πως κατανοείτε την κατάσταση και γνέφετε καταφατικά, διότι κατά βάθος η κατανόηση της κατάφασης καταλαμβάνει- και όχι κατά λάθος-, ένα μεγάλο μέρος (και ας αφήσουμε τα άλλα κατά μέρος) του καταμερισμού της αλάνθαστης κατάληψης (από την πλευρά των κατανοούντων) ενός καταλείποντος καταλυτικού καταλύματος που καταλύει την κατανοητή νόηση ενός κατάφωρου κατήφορου ο οποίος καραφέρνει (πράγμα που κατά βάσιν είναι ακατανόητο) να καταρρίπτει την καθ’ όλα ομαλή κατάβαση πρός μία κατά τ’ άλλα καταφανή ανακατανομή του-κατά γενικήν ομολογίαν-και προς μεγάλην κατάπληξην των καταληψιών, εισοδήματος, που κατ’ αισχύνην και παρά την καταρρακωμένη κατάνυξη των κατάπληκτων όσο και ακατάληπτων κατηγορούντων οι οποίοι κατά τ’ άλλα καταφάσκουν ως προς μία εικονική καταβολή και καταλογίζουν την κατάληξη του ακαταλόγιστου στην (κατά μεγάλο μέρος κατατείνουσα) κατατονία η οποία καταναλίσκει ολόκληρη την καταπαραχάραξη της καταρρέουσας καθιστόρησης, όσον αφορά δε τους καταναλωτές της-κατά καιρούς, δε λέω, καταστέλλουσας- καταστολής, θα είχα να πώ ότι πανά-κατά, συγγνώμη, πάνω-κάτω, με κατανοείτε βέβαια, καθότι καταφέρεστε συχνάκις κατά των μη κατανοούντων καθ’ ολοκλήρου, τι έλεγα....... στο κάτω-κάτω καταλάβετε επιτέλους κύριοι ότι καταμεσούσης της καταβολής καταβόλων, συγγνώμην, παραβόλων, η καταδιάθεση των πόρων, συγγνώμην, η διάθεση των απόρων, όχι, εννοούσα η κατάθεση των διατιθεμένων ευπόρων τίθεται προς αντικαταβολήν, ήθελα να πω υποπίπτει στην αντίληψη των αντιπάλων, πως τέλος πάντων θέμα καταβολής των κατά περιόδους καταβληθέντων βλήτων, έεεεε, βλημάτων, δηλαδή καταβεβλημένων βλεμάτων, συγγνώμην, κατεβλήθην από τας βλέψεις των βλαμμένων, και πάλι συγχωρείστε με, των βλαβερών εννοούσα (και ο νοών νοείτω/μη με παρανοείτε), των βλαβερών λέω, και επιβλαβών, τέτοιων, πώς το λένε....ά, σωστά...,.ως καταπαράδοσιν, κατανοητά καθώς και α/νόητά ούτως ειπείν(τα σκάτωσα, σκατά),επανέρχομαι καταδριμύτερος- ακατανόητα θα έλεγα, κατά το ήμισυ, και κατά τα λεγόμενα των κατά λέξει κα-τα-πα-τητών και κατά γενικήν παραδοχήν α-κατά-δεκτων κάθιδρων καταναλωτών, η τάξη οφείλει να αποκατασταθεί και να αντικατασταθεί με την εγκατάστασιν καινούριου Καταστατικού!!!

Σχόλιο μάρτυρος Σχολιαστού:

Καταπληκτικόν! Το κατακροατήριον καταχειροκροτεί κατευχαριστημένο από τις κατακρυστάλλινες καταθέσεις του ακατανόμαστου μαστού, συγγνώμη, αστού,συγγνώμη και πάλι, πολλά αρεστού και καταδήλως καταδεκτικού,-παρ’ ότι κατά το παρελθόν καταφρονημένου-, αντιφρονούντος καθομιλητού, και δύσκολα κατακρατεί τα ούρα του, συγγνώμη και πάλι, τον ενθουσιασμό του, που κατασυμπαρασύρει την αίθουσα και φυσικά τον καταΜάρκον Ευάγγελον Μάρκου, ο οποίος εκφώνησε, (κατά φωνή κι ο Κατοικονικολάου και το Μέγκλα) τον Κατακήδειον της Καταπαραοικονομίας.

Σχόλιο δεύτερου Σχολιαστού:

Ο σχολιαστής κατέρρευσε και το νέο διέρρευσε καθώς το Star(i) κατελήφθη από καθυστερημένη στέρηση και κατάφερε κατεπαίσχυντα κτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη του κατάπληκτου αντιπάλου που έπεσε σε καταληψία και εν τέλει κατ’ αυτόν τον τρόπον όλοι κατάφεραν να καταφύγουν στα καταπότια, αφού πρώτα πήραν στο κατόπι, καταπονημένοι, τις κατευθύνσεις της κατεπειγούσης ανάγκης προς ανακούφισιν των πλέον κατανοητών και κατά κυριολεξίαν και κατ’ ουσίαν α-κατα-μάχητων κατά βάσιν, βασικών ορμών καταφυγής εις την κατατουαλέτταν.